Soft-ιδεολογία

Η συναίνεση δεν αφορά μόνο τις θεμελιακές αξίες αλλά και τα όρια που εξαντλείται ο διάλογος. Όλοι οφείλουν να γνωρίζουν που έγκειται η διαφορά ανάμεσα στη θεολογική συζήτηση, που είναι θεμιτή και ενθαρρύνεται, και στην αίρεση, που θίγει την ουσία των πραγμάτων. Εντός των πλαισίων που χαράσσονται με τον τρόπο αυτόν, οι έντονοι διαπληκτισμοί και οι λίβελοι όχι μόνο γίνονται αποδεκτοί, αλλά είναι και απαραίτητοι για να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση μιας δημοκρατικής αντιπαράθεσης.

“Το καλό προϊόν πρέπει να είναι σφαιρικό, cool, clean” επαναλαμβάνουν οι γκουρού του πολιτικού marketing. Μπορεί κάποιος να ηττηθεί εξαιτίας της υπερβολική του μαχητικότητας. Από έναν διάλογο στερημένο περιεχομένου η μνήμη δεν θα συγκρατήσει παρά τους μικροεκνευρισμούς, τις αιχμές, τις ειρωνικές παρεμβάσεις. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο σφάλμα από το να επιτίθεσαι στον αντίπαλο. “Να νικάς χωρίς να επιτίθεσαι”. Δεν είναι ένα παράδοξο της φιλοσοφίας Ζεν, είναι ο κανόνας της νέας πολιτικής. Για να ανταποκριθεί σ’ αυτήν την επιταγή, ο πολιτικός λόγος πρέπει να προκαλεί ανεμελιά, άνεση, ζεστασιά. Η πολιτική γλώσσα “ψύχεται”, υπό την ίδια έννοια κατά την οποία ο Μάρσαλ ΜακΛούαν λεει, πως η τηλεόραση είναι ένα ψυχρό μέσο επικοινωνίας: γίνεται ένα σύνολο σημάτων μικρής επικοινωνιακής εμβέλειας, που απαιτούν την μέγιστη συμμετοχή του δέκτη. Πρέπει να δίνονται στον τελευταίο τα μεγαλύτερα δυνατά περιθώρια προς “συμπλήρωση” των κενών του νοήματος ανάλογα με τις προσδοκίες και τους τρόπους ερμηνείας του. Το “χαλαρό” και “ζωντανό” στυλ, το συνωμοτικό χιούμορ, το καθησυχαστικό ύφος αντικαθιστούν τον εμφατικό τόνο, την πολεμική, τις λέξεις που ξεσηκώνουν.

Για τον Ζιλ Λιποβέτσκυ, “η γοητεία είναι όργανο της κοινωνικής ειρήνης και μέσο ενίσχυσης της δημοκρατικής τάξης` το θεαματικό στοιχείο μόνο κατά τα φαινόμενα προξενεί την κυριαρχία της έντασης και της συγκίνησης, ενώ στην πραγματικότητα ενεργεί ενάντια στις φορτίσεις και προς όφελος της αποϊδεολογικοποίησης του πολιτικού χώρου και της κάθαρσής του από ανατρεπτικές τάσεις”. Αυτή η διαπίστωση, αποσυνδεμένη καθώς είναι από κάθε κριτική της αλλοτρίωσης, γίνεται γνήσια και απλή ιδεολογία της νέας ορθοδοξίας. Η νέα εποχή αντικαθιστά την ιδεολογία με τις ηθικές αξίες, και τα προγράμματα με τη διαχείριση, πράγμα που οδηγεί σε ένα λόγο τυποποιημένο, δίχως νόημα. Η κοινοτοπία και ο ομιχλώδης συντηρητισμός έκαναν να εξαφανιστούν τα φραστικά διακριτικά που μαρτυρούσαν την πολιτική τοποθέτηση εκείνου που τα χρησιμοποιούσε.

Όταν η αντίθεση Δεξιάς – Αριστεράς αντανακλούσε μια πραγματική ιδεολογική πάλη, η έμφαση στους χαρακτηρισμούς δεν ήταν απαραίτητη. Παλιό κόλπο: “όταν τα σημαινόμενα εξασθενούν, τα σημαίνοντα κυριαρχούν”.

Η αντικατάσταση των παλιών πολιτικών κατηγοριών από τις κατηγορίες του νέου και του παλαιού, η οικονομία του λόγου, η σύγχυση των ιδεολογικών θεμάτων, η δυσπιστία απέναντι στο πάθος, η επικράτηση του “φυσικού” συγκινησιακού παράγοντα, καθορίζουν το ύφος της νέας αντιπαράθεσης. Ακόμη και ο “πόλεμος των looks” στον οποίο επιδίδονται οι πολιτικοί, υπακούει σε αυστηρούς κανόνες. Όχι μόνο αρθρώνουν έναν συναινετικό λόγο αλλά και η εξωτερική τους συμπεριφορά πρέπει να συγκλίνει σε ένα κοινό look.

Ο πολιτικός πρέπει να δείχνει “ανθρώπινος”. Για την ακρίβεια, πρέπει να δίνει την εντύπωση ότι μοιάζει στον μέσο πολίτη.

Βρισκόμαστε μπροστά στην πολιτικοποίηση της ψυχαγωγικής κουλτούρας, που έχει γίνει ιδεολογικό μέσο, υπό τελείως διαφορετική έννοια όμως από εκείνη που θα μπορούσαμε να δώσουμε στο “πολιτικοποιημένο” τραγούδι, ροκ ή άλλου είδους της μεταπολίτευσης.

Το θέαμα, υπόβαθρο της νέας πολιτικής, πρέπει να είναι ουδέτερο διαφημιστικό, ώστε να προσαρμόζεται στη νοοτροπία των νέων “μαζών”, που δύσκολα πείθονται από θεωρητικούς λόγους. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, η ψυχαγωγική κουλτούρα κατορθώνει να πολιτικοποιείται αποβάλλοντας κάθε πολιτικό σημαινόμενο.

Το εκλογικό σώμα έχει μεταβληθεί σε κοινό, που ναι μεν αποτελείται από καταναλωτές και παθητικούς θεατές αλλά δεν παύει να έχει απαιτήσεις. Για να οργανώσεις τους ανένταχτους πρέπει να αρέσεις, να είσαι διασκεδαστικός. Για να τους κινητοποιήσεις χρειάζονται άρτος και θεάματα. Αντίθετα, δεν είναι απαραίτητο να διαφωτίζεις τον κόσμο με το κύρος των βασικών αρχών, τις οποίες έχουν ενστερνιστεί. Για να μην μένει κενό γράμμα, η σύγχρονη δημοκρατία πρέπει να παρουσιάζεται εξελιγμένη, ενήλικη και κατά συνέπεια ήπια και μετριοπαθής.

Πώς αλλιώς να τους κινητοποιήσεις αν όχι με θέματα του τύπου: “κάτω τα χέρια από…”; κάτω τα χέρια από το ιδιωτικό σχολείο μου, από τον ραδιοφωνικό σταθμό μου, από τον κολλητό μου, από το πανεπιστήμιο μου. Αυτές οι ετερόκλητες συσπειρώσεις, που εμφανίζονται ανυπότακτες σε κάθε πολιτικό καπέλωμα, εκφράζουν με τον ανέμελο και χωρίς επιθετικότητα χαρακτήρα τους μια βαθιά αποπολιτικοποίηση: υπεράσπιση κάποιου δικαιώματος, ηθική αγανάκτηση, πραγματισμό, και κατ’ ουσία, βαθύ συντηρητισμό.

Η νέα ηθική είναι management με καρδιά: έχει κανείς το δικαίωμα να είναι πλούσιος αλλά και το καθήκον να βοηθά τους φτωχούς. Το πάντρεμα αυτού του ηθικού αιτήματος μ’ αυτόν τον έμπρακτο κερδοσκοπισμό, της ρητορικής για τα ανθρώπινα δικαιώματα με τον κοινωνικό κυνισμό (που προσαρμόζεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία στην πραγματικότητα της νέας φτώχειας), φανερώνει την άνοδο ενός νέου πραγματισμού χωρίς αναστολές.

*Αποσπάσματα από το βιβλίο  “Η Soft-ιδεολογία” του Francois-Bernard Huyghe, 1990


One Response to “Soft-ιδεολογία”

Leave a Reply